navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › παλέτσα

παλέτσα

η, και παλέτσι, το, ουσ.

  1. (ενδυμ.) είδος χοντρού υφάσματος, η λινάτσα
  2. (ιδιωματικό) ύφασμα χρήσιμο στο μάζεμα των ελιών, ελαιόπανο, λιόπανο.

Ετυμολογία

< μσν. παλέτσα < λατιν. pallium [= ελληνικό ιμάτιο, πανωφόρι].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «παλέτσα», σ. 624. https://navalhistory.gr/lexiko/παλετσα/