παλέτσα
η, και παλέτσι, το, ουσ.
- (ενδυμ.) είδος χοντρού υφάσματος, η λινάτσα
- (ιδιωματικό) ύφασμα χρήσιμο στο μάζεμα των ελιών, ελαιόπανο, λιόπανο.
Ετυμολογία
< μσν. παλέτσα < λατιν. pallium [= ελληνικό ιμάτιο, πανωφόρι].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «παλέτσα», σ. 624. https://navalhistory.gr/lexiko/παλετσα/