αστροπελέκι
το, ουσ.
ο κεραυνός.
Ετυμολογία
< μσν. αστροπελέκι(ν) < αστραπ(ή) -ο- + πελέκι(ν).
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αστροπελέκι», σ. 126. https://navalhistory.gr/lexiko/αστροπελεκι/