ζαλίζω
ρ. [μετβ.]
- προκαλώ σε κάποιον ζάλη, [παθ. φ.] ζαλίζομαι, χάνω τον έλεγχο του σώματός μου, (μτφ.) τα χάνω
- (μτφ.) ενοχλώ κάποιον, δεν τον αφήνω σε ηρεμία.
Ετυμολογία
< μσν. ζαλίζω < αρχ. ζάλη [δες λ.].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ζαλίζω», σ. 324. https://navalhistory.gr/lexiko/ζαλιζω/