άπατος
-η, -ο, επίθ.
- αυτός που δεν έχει πάτο, βάση
- (μτφ.) αυτός που έχει βάθος αμέτρητο, απύθμενος
- (ουσ.) «τα άπατα νερά», βαθιά νερά, εκεί που δεν πατώνει κάποιος, (φρ.) «άπατη θάλασσα / λίμνη».
Ετυμολογία
< μσν. άπατος.
Επιρρήματα
άπατα [επίρρ.].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «άπατος», σ. 103. https://navalhistory.gr/lexiko/απατοσ/