navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Θ › θήκη

θήκη

η, ουσ.

  1. κουτί κατάλληλο διαμορφωμένο για την τοποθέτηση διαφόρων αντικειμένων
  2. επένδυση ξύλινη ή μεταλλική ή δερμάτινη ή χάρτινη ή πλαστική για προστασία και φύλαξη χρήσιμων αντικειμένων.

Ετυμολογία

< μσν. θηκάρι(ν) < μτγν. θηκάριον, υποκορ. του αρχ. θήκ(η) + [καταλ.] -άρι(ον).

Παράγωγα

θηκιάζω.

Σύνθετα

πινακοθήκη, γλυπτοθήκη, βιβλιοθήκη, αυγοθήκη, δελτιοθήκη, εργαλειοθήκη, σταχτοθήκη, μαξιλαροθήκη, τσιγαροθήκη, ταινιοθήκη, κοσμηματοθήκη, αρχειοθήκη, αποθήκη, προθήκη, διαθήκη, παρακαταθήκη, προσθήκη, συνθήκη, υποθήκη, καρβουναποθήκη και [από το Ονοματολόγιον Ναυτικόν] σιφωνοθήκη, υδροθήκη, οινοθήκη, αρτοθήκη, ξυλοθήκη, ανθρακοθήκη, πυριτοθήκη, ιστιοθήκη, ιματιοθήκη, οπλοθήκη, σκευοθήκη.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «θήκη», σ. 357. https://navalhistory.gr/lexiko/θηκη/