θήκη
η, ουσ.
- κουτί κατάλληλο διαμορφωμένο για την τοποθέτηση διαφόρων αντικειμένων
- επένδυση ξύλινη ή μεταλλική ή δερμάτινη ή χάρτινη ή πλαστική για προστασία και φύλαξη χρήσιμων αντικειμένων.
Ετυμολογία
< μσν. θηκάρι(ν) < μτγν. θηκάριον, υποκορ. του αρχ. θήκ(η) + [καταλ.] -άρι(ον).
Παράγωγα
θηκιάζω.
Σύνθετα
πινακοθήκη, γλυπτοθήκη, βιβλιοθήκη, αυγοθήκη, δελτιοθήκη, εργαλειοθήκη, σταχτοθήκη, μαξιλαροθήκη, τσιγαροθήκη, ταινιοθήκη, κοσμηματοθήκη, αρχειοθήκη, αποθήκη, προθήκη, διαθήκη, παρακαταθήκη, προσθήκη, συνθήκη, υποθήκη, καρβουναποθήκη και [από το Ονοματολόγιον Ναυτικόν] σιφωνοθήκη, υδροθήκη, οινοθήκη, αρτοθήκη, ξυλοθήκη, ανθρακοθήκη, πυριτοθήκη, ιστιοθήκη, ιματιοθήκη, οπλοθήκη, σκευοθήκη.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «θήκη», σ. 357. https://navalhistory.gr/lexiko/θηκη/