ξαστεριά
η, ουσ.
- η κατάσταση του νυχτερινού ξάστερου ουρανού
- (συνεκδ.) η διαυγής και ανέφελη νύχτα, συνών. αστροφεγγιά.
Ετυμολογία
< μσν. ξαστεριά < ἐξαστεριά.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ξαστεριά», σ. 589. https://navalhistory.gr/lexiko/ξαστερια/