navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ξ › ξαστεριά

ξαστεριά

η, ουσ.

  1. η κατάσταση του νυχτερινού ξάστερου ουρανού
  2. (συνεκδ.) η διαυγής και ανέφελη νύχτα, συνών. αστροφεγγιά.

Ετυμολογία

< μσν. ξαστεριά < ἐξαστεριά.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ξαστεριά», σ. 589. https://navalhistory.gr/lexiko/ξαστερια/