βαρδάρης
ο, ουσ.
- (μετεωρ.) ισχυρός και ψυχρός βορειοδυτικός άνεμος που φυσά κατά μήκος της κοιλάδας του παρακάνω ποταμού
- (γεωγρ.) [ως κυρ. όν.] Βαρδάρης, ο ποταμός Αξιός.
Ετυμολογία
< μσν. Βαρδάρης < σλαβ. Vardar + -ης.
Παράγωγα
Βαρδαριώτης. Ἤτανε κείνη τὴ νυχτιὰ ποὺ φύσαγε ὁ Βαρδάρης, τὸ κύμα ἡ πλώρη ἐκέρδιζεν ὀργιὰ μὲ τὴν ὀργιά. Σ᾿ ἔστειλε ὁ πρῶτος τὰ νερὰ νὰ πᾶς γιὰ νὰ γραδάρεις, μὰ ἐσὺ θυμᾶσαι τὴ Σμαρὼ καὶ τὴν Καλαμαριά.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βαρδάρης», σ. 147. https://navalhistory.gr/lexiko/βαρδαρησ/