navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Δ › διβάρι

διβάρι

το, ουσ.

δες βιβάρι και ιβάρι [= ιχθυοτροφείο].

Ετυμολογία

< μσν. βιβάριον < λατιν. vivarium < vivo [= ζω].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διβάρι», σ. 220. https://navalhistory.gr/lexiko/διβαρι/