ασβέστης
ο, [χωρίς γεν. πληθ.] άσβεστος, η, [καθαρεύουσα] ουσ.
- (ορυκτ.) άσπρη σκόνη που παράγεται από το πύρωμα ασβεστόλιθου σε καμίνια και χρησιμοποιείται ως οικοδομικό υλικό
- (συνεκδ.) ο πολτός που παράγεται από τον ασβεστόλιθο όταν έρχεται σε επαφή με το νερό.
Ετυμολογία
< μσν. ασβέστης < ουδ. ασβέστιν, υποκ. του αρχ. επίθ. ἄσβεστος [= αυτός που δεν σβήνεται, ακόρεστος, ασίγαστος].
Παράγωγα
ασβεστώνω, ασβεσταριά, ασβεσταριό, ασβεσταριάζω, ασβεστάς, ασβεστάδικο.
Σύνθετα
ασβεστόνερο, ασβεστόλιθος, ασβεστόπετρα, ασβεστοκονίαμα, ασβεστόγαλα, ασβεστόλακκος, ασβεστολίθαρο, ασβεστοπώλης.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ασβέστης», σσ. 122-123. https://navalhistory.gr/lexiko/ασβεστησ/