αρραβώνας
Και: αρρεβώνας
ο, ουσ.
- (οικον.) χρηματική προκαταβολή που δίδεται ως εγγύηση σε συμφωνία ή συμβόλαιο από τον αγοραστή και κατάσχεται εφόσον η αγορά δεν ολοκληρωθεί (καπάρο)
- (κοινων.) α) αμοιβαία υπόσχεση γάμου, β) τελετή μνήστευσης
- το χρυσό δαχτυλίδι των μνηστευμένων
- (μτφ.) ασφάλεια, εγγύηση.
Ετυμολογία
< μσν. αρραβώνας < αρχ. ἀρραβών, [= χρηματική εγγύηση], ή
ή < σημιτ. ērābōn [= καπάρο].
Παράγωγα
αρραβώνα, αρραβωνιάζω, αρραβώνιασμα, αρραβωνιαστικιά, αρραβωνιαστικός, αρραβώνιαστος, αρραβωνιάζω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αρραβώνας και αρρεβώνας», σ. 119. https://navalhistory.gr/lexiko/αρραβωνασ-και-αρρεβωνασ/