δικηγόρος
ο/η, και δικηγορίνα, η, ουσ.
- (νομ.) επιστήμονας που προσφέρει τις νομικές του γνώσεις και ικανότητες έναντι αμοιβής, συνών. συνήγορος, υπερασπιστής
- αυτόκλητος υπερασπιστής σε διένεξη προσώπων.
Ετυμολογία
< μσν. δικήγορος < δίκ(η) + - ήγορος < αρχ. ἀγορεύω < ἀγορά.
Παράγωγα
δικηγορία, δικηγορικός, δικηγορώ.
Σύνθετα
δικηγορόσημο.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δικηγόρος», σ. 223. https://navalhistory.gr/lexiko/δικηγοροσ/