navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Δ › δικηγόρος

δικηγόρος

ο/η, και δικηγορίνα, η, ουσ.

  1. (νομ.) επιστήμονας που προσφέρει τις νομικές του γνώσεις και ικανότητες έναντι αμοιβής, συνών. συνήγορος, υπερασπιστής
  2. αυτόκλητος υπερασπιστής σε διένεξη προσώπων.

Ετυμολογία

< μσν. δικήγορος < δίκ(η) + - ήγορος < αρχ. ἀγορεύω < ἀγορά.

Παράγωγα

δικηγορία, δικηγορικός, δικηγορώ.

Σύνθετα

δικηγορόσημο.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δικηγόρος», σ. 223. https://navalhistory.gr/lexiko/δικηγοροσ/