navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Β › βάφω

βάφω

ρ. [μετβ.]

  1. χρωματίζω, μπογιατίζω
  2. (αισθητ.) περιποίηση του προσώπου με καλλυντικά
  3. (μτχ.) βαμμένος, ο φανατικός οπαδός ενός πολιτικού κόμματος ή μίας αθλητικής ομάδας
  4. βυθίζω πυρακτωμένο μέταλλο σε κρύο νερό για να το σκληρύνω.

Ετυμολογία

< μσν. βάφω < αρχ. βάπτω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βάφω», σ. 151. https://navalhistory.gr/lexiko/βαφω/