βάφω
ρ. [μετβ.]
- χρωματίζω, μπογιατίζω
- (αισθητ.) περιποίηση του προσώπου με καλλυντικά
- (μτχ.) βαμμένος, ο φανατικός οπαδός ενός πολιτικού κόμματος ή μίας αθλητικής ομάδας
- βυθίζω πυρακτωμένο μέταλλο σε κρύο νερό για να το σκληρύνω.
Ετυμολογία
< μσν. βάφω < αρχ. βάπτω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βάφω», σ. 151. https://navalhistory.gr/lexiko/βαφω/