navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ζ › ζυγώνω

ζυγώνω

ρ. [μετβ.]

  1. πλησιάζω, συνών. σιμώνω
  2. φοιτώ
  3. (ειδ. φρ.) «ζυγώνω στην μπάντα», δηλ. πλευρίζω.

Ετυμολογία

< μσν. ζυγ-ώνω < αρχ. ζυγῶ [= υποτάσσω].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ζυγώνω», σ. 330. https://navalhistory.gr/lexiko/ζυγωνω/