ζυγώνω
ρ. [μετβ.]
- πλησιάζω, συνών. σιμώνω
- φοιτώ
- (ειδ. φρ.) «ζυγώνω στην μπάντα», δηλ. πλευρίζω.
Ετυμολογία
< μσν. ζυγ-ώνω < αρχ. ζυγῶ [= υποτάσσω].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ζυγώνω», σ. 330. https://navalhistory.gr/lexiko/ζυγωνω/