navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › σκόρος

σκόρος

ο, ουσ.

μικρό νυκτόβιο έντομο που τρέφεται που προξενεί καταστροφές στα μάλλινα υφάσματα, τα γουναρικά, τα χαλιά κ.λπ.

Ετυμολογία

< μσν. σκόρος < αρχ. κόρ(ις) [= κοριός.

Σύνθετα

σκοροφάγωμα, σκοροαπωθητικό.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σκόρος», σ. 769. https://navalhistory.gr/lexiko/σκοροσ/