navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αδράχνω και αδράζω

αδράχνω

Και: αδράζω

ρ. [μετβ]

  1. αρπάζω
  2. (συνεκδ.) πυρπολώ, φλογίζω.

Ετυμολογία

< μσν. αδράχνω < α- [πρόθεμα] + δράχνω α- [στερητ.] + δραχ- < δράττομαι / δράσσομαι.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αδράχνω και αδράζω», σ. 43. https://navalhistory.gr/lexiko/αδραχνω-και-αδραζω/