navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αστέρι

αστέρι

το, ουσ.

  1. άστρο
  2. (πληθ.) ο έναστρος ουρανός
  3. καθετί που έχει σχήμα άστρου
  4. (μτφ.) πρόσωπο που ξεχωρίζει για τις γνώσεις και τις ικανότητές του, συνών. διάσημος, φίρμα, σταρ, ντίβα, αστέρας, βεντέτα
  5. ως διακριτικό σε ξενοδοχειακές εγκαταστάσεις.

Ετυμολογία

< μσν. αστέρι < μτγν. ἀστέριον < υποκορ. της αρχ. λ. ἀστήρ.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αστέρι», σ. 124. https://navalhistory.gr/lexiko/αστερι/