βγάζω
ρ. [μετβ.]
- φέρνω έξω, εξάγω, συνών. εκβάλλω, αποσύρω, εξορύσσω, αποσπώ
- αφαιρώ, σβήνω
- απομακρύνω
- οδηγώ κάποιον στο εξωτερικό
- εξαφανίζω, εξαλείφω
- τελειώνω τις σπουδές
- παρουσιάζω, προβάλλω
- συμπεραίνω
- υπολογίζω
- εκδίδω βιβλίο, εκτυπώνω.
Ετυμολογία
< μσν. εβγάζω.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βγάζω», σ. 151. https://navalhistory.gr/lexiko/βγαζω/