navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Β › βγάζω

βγάζω

ρ. [μετβ.]

  1. φέρνω έξω, εξάγω, συνών. εκβάλλω, αποσύρω, εξορύσσω, αποσπώ
  2. αφαιρώ, σβήνω
  3. απομακρύνω
  4. οδηγώ κάποιον στο εξωτερικό
  5. εξαφανίζω, εξαλείφω
  6. τελειώνω τις σπουδές
  7. παρουσιάζω, προβάλλω
  8. συμπεραίνω
  9. υπολογίζω
  10. εκδίδω βιβλίο, εκτυπώνω.

Ετυμολογία

< μσν. εβγάζω.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βγάζω», σ. 151. https://navalhistory.gr/lexiko/βγαζω/