navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ν › νερό

νερό

το, ουσ.

  1. το υγρό στοιχείο της φύσης, (χημ. τ. Η2Ο)
  2. η βροχή
  3. φυσική, σωματική ανάγκη
  4. θάλασσα
  5. (συνεκδ.) το να ξέρει ο μαθητής πολύ καλά το μάθημά του
  6. (πληθ.) τα νερά, α) μεγάλη υδάτινη έκταση ποταμών, λιμνών ή θαλασσών, β) η ίσαλος γραμμή του πλοίου, (φρ.) «κάνω νερά», δηλ. πλημμυρίζω ή κάνω τα αντίθετα με όσα έχω συμφωνήσει
  7. (μτφ.) κυματοειδής χρωματισμοί, κατευθύνσεις των ινών του ξύλου
  8. (φρ.) «αθάνατο νερό», «αμίλητο νερό», «νερό της άρνης ή της λησμονιάς», «πόσιμο / ιαματικό / επιτραπέζιο / ανθρακούχο / μεταλλικό / εμφιαλωμένο / αλμυρό / υφάλμυρο / γλυκό / γλυφό νερό» κ.ά.
  9. (παροιμ.) «αλλού χτυπάει το νερό κι αλλού βροντά ο μύλος», δηλ. αλλού γίνεται η προετοιμασία κάποιου γεγονότος κι αλλού πραγματοποιείται αυτό, «το παλιό καράβι, νερά απ’ ολούθε βάζει», δηλ. όταν κάτι παλιώσει, χαλάει συνεχώς πότε στο ένα και πότε στο άλλο σημείο.

Ετυμολογία

< μσν. νερόν < νηρόν, ουδ. του μτγν. νηρός [= πρόσφατος, φρέσκος].

Παράγωγα

νερώνω, νερουλός, νερουλάς.

Σύνθετα

νεροβράζω, νερόβρασμα, νερόβραστος, νεροδεσιά, νεροζούμι, νεροκαμένος, νεροκανάτα, νεροκάρδαμο, νερολαδιά, νερόλακκος, νερομάζωμα, νερομάνα, νερομπογιά, νερόμυλος, νεροσωλήνας, νεροτσουλήθρα, νερόφιδο, νεροπότηρο, νεροπρίονο, νεροβάρελο, νερόκοτα, νεροφίδα, νεροχελώνα, νεροχύτης.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «νερό», σ. 572. https://navalhistory.gr/lexiko/νερο/