navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › άδειος

άδειος

-εια, -ειο, επίθ.

  1. αυτός που δεν έχει περιεχόμενο, κενός
  2. (μτφ.) αυτός που δεν έχει ουσία
  3. αυτός που δεν είναι διαθέσιμος, ελεύθερος.

Ετυμολογία

< μσν. άδειος < αδειάζω < αρχ. ἄδεια [δες λ.].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «άδειος», σ. 41. https://navalhistory.gr/lexiko/αδειοσ/