άδειος
-εια, -ειο, επίθ.
- αυτός που δεν έχει περιεχόμενο, κενός
- (μτφ.) αυτός που δεν έχει ουσία
- αυτός που δεν είναι διαθέσιμος, ελεύθερος.
Ετυμολογία
< μσν. άδειος < αδειάζω < αρχ. ἄδεια [δες λ.].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «άδειος», σ. 41. https://navalhistory.gr/lexiko/αδειοσ/