navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Β › βουτάω, -ώ

βουτάω, -ώ

ρ. [μετβ.]

  1. βυθίζω κάτι μέσα σε υγρό
  2. [αμετβ.] μπαίνω, ρίχνομαι, βυθίζομαι μέσα σε υγρό (κυρίως σε νερό) καταδύομαι, κάνω βουτιά στη θάλασσα, στη λίμνη, στο ποτάμι, στην πισίνα
  3. (μτφ.) α) παίρνω κάτι κρυφά, αφαιρώ, κλέβω, αρπάζω, υπεξαιρώ, β) συλλαμβάνω
  4. (μτφ.) κάνω άσεμνες χειρονομίες
  5. (για αστέρια) δύω.

Ετυμολογία

< μσν. βουτώ < βουτίζω < αρχ. βυθίζω < βυθός.

Παράγωγα

βούτα, βουτηχτής, βουτιά.

Σύνθετα

τσαλαβουτώ.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βουτάω, -ώ», σ. 164. https://navalhistory.gr/lexiko/βουταω-ω/