βουτάω, -ώ
ρ. [μετβ.]
- βυθίζω κάτι μέσα σε υγρό
- [αμετβ.] μπαίνω, ρίχνομαι, βυθίζομαι μέσα σε υγρό (κυρίως σε νερό) καταδύομαι, κάνω βουτιά στη θάλασσα, στη λίμνη, στο ποτάμι, στην πισίνα
- (μτφ.) α) παίρνω κάτι κρυφά, αφαιρώ, κλέβω, αρπάζω, υπεξαιρώ, β) συλλαμβάνω
- (μτφ.) κάνω άσεμνες χειρονομίες
- (για αστέρια) δύω.
Ετυμολογία
< μσν. βουτώ < βουτίζω < αρχ. βυθίζω < βυθός.
Παράγωγα
βούτα, βουτηχτής, βουτιά.
Σύνθετα
τσαλαβουτώ.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βουτάω, -ώ», σ. 164. https://navalhistory.gr/lexiko/βουταω-ω/