εκσφενδονίζω
ρ. [μετβ.]
ρίχνω κάτι μακριά με δύναμη και με ορμή, όπως όταν ρίχνω πέτρα με τη σφεντόνα, εκτοξεύω.
Ετυμολογία
< μσν. εκσφενδονίζω < μτγν. ἐκσφενδονάω, -ῶ < ἐκ + [αρχ.] σφενδονάω, -ῶ < σφενδόνη.
Παράγωγα
εκσφενδόνιση, εκσφενδονισμός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εκσφενδονίζω», σ. 254. https://navalhistory.gr/lexiko/εκσφενδονιζω/