έξοδο
το, ουσ.
- χρηματικό ποσό που δαπανά κανείς για αγορά προϊόντων, για επένδυση κ.λπ. αντών. έσοδο
- (φρ.) «οδοιπορικά έξοδα», χρηματική αποζημίωση που καταβάλλεται σε εργαζόμενο υπηρεσίας για μετακίνηση, διατροφή και διαμονή εκτός έδρας, «δικαστικά έξοδα», δαπάνες που βαρύνουν τους διάδικους, «μεγάλα / μικρά / τακτικά / έκτακτα / γενικά / ειδικά / καθημερινά / μηνιαία / ετήσια / πρόσθετα / τρέχοντα / ατομικά / οικογενειακά / βασιλικά έξοδα και πολλά άλλα», «έξοδα αποθήκευσης / απόπλου / εκμετάλλευσης / εκφορτώσεως / επισκευής / ερματισμού / λειτουργίας / καυσίμων / ταξιδιού».
Ετυμολογία
< μσν. έξοδον.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «έξοδο», σ. 279. https://navalhistory.gr/lexiko/εξοδο/