navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › έξοδο

έξοδο

το, ουσ.

  1. χρηματικό ποσό που δαπανά κανείς για αγορά προϊόντων, για επένδυση κ.λπ. αντών. έσοδο
  2. (φρ.) «οδοιπορικά έξοδα», χρηματική αποζημίωση που καταβάλλεται σε εργαζόμενο υπηρεσίας για μετακίνηση, διατροφή και διαμονή εκτός έδρας, «δικαστικά έξοδα», δαπάνες που βαρύνουν τους διάδικους, «μεγάλα / μικρά / τακτικά / έκτακτα / γενικά / ειδικά / καθημερινά / μηνιαία / ετήσια / πρόσθετα / τρέχοντα / ατομικά / οικογενειακά / βασιλικά έξοδα και πολλά άλλα», «έξοδα αποθήκευσης / απόπλου / εκμετάλλευσης / εκφορτώσεως / επισκευής / ερματισμού / λειτουργίας / καυσίμων / ταξιδιού».

Ετυμολογία

< μσν. έξοδον.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «έξοδο», σ. 279. https://navalhistory.gr/lexiko/εξοδο/