navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ψ › ψαλίδι

ψαλίδι

το, ουσ.

  1. (εργαλ.) α) εργαλείο του χεριού με το οποίο κόβουμε διάφορα αντικείμενα, χαρτιά, υφάσματα, λαμαρίνες κ.λπ., β) μηχανικό εργαλείο κοπής, (φρ.) χειροκίνητο / ποδοκίνητο / ηλεκτρικό / υδραυλικό ψαλίδι
  2. (αθλητ.) τρόπος άλματος αλλά και ποδοσφαιρικής κίνησης
  3. (αρχιτ.) ζεύγος δοκαριών σε σχήμα Λ
  4. (ζωολ.) είδος ερπετού.

Ετυμολογία

< μσν. ψαλίδι < μτγν. ψαλίδιον < αρχ. ψαλίς.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ψαλίδι», σ. 926. https://navalhistory.gr/lexiko/ψαλιδι/