ψαλίδι
το, ουσ.
- (εργαλ.) α) εργαλείο του χεριού με το οποίο κόβουμε διάφορα αντικείμενα, χαρτιά, υφάσματα, λαμαρίνες κ.λπ., β) μηχανικό εργαλείο κοπής, (φρ.) χειροκίνητο / ποδοκίνητο / ηλεκτρικό / υδραυλικό ψαλίδι
- (αθλητ.) τρόπος άλματος αλλά και ποδοσφαιρικής κίνησης
- (αρχιτ.) ζεύγος δοκαριών σε σχήμα Λ
- (ζωολ.) είδος ερπετού.
Ετυμολογία
< μσν. ψαλίδι < μτγν. ψαλίδιον < αρχ. ψαλίς.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ψαλίδι», σ. 926. https://navalhistory.gr/lexiko/ψαλιδι/