βορβοροφάγος
-α, -ο, επίθ.
- (σπάνιο) αυτός που τρέφεται με βόρβορο, με λάσπη, με βούρκο, (φρ.) «βορβοροφάγος χοίρος»
- (ως ουσ.) η βυθοκόρος [= μηχανή που καθαρίζει το βούρκο από πηγάδια, δεξαμενές, θαλάσσιο ή λιμναίο πυθμένα].
Ετυμολογία
< μσν. βορβοροφάγος < [αρχ.] βόρβορος + -φάγος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βορβοροφάγος», σ. 161. https://navalhistory.gr/lexiko/βορβοροφαγοσ/