α(γ)έρι
το, ουσ. [χωρίς γεν. ενικ. και πληθ.]
(μετεωρ.) ευχάριστος ελαφρός άνεμος, το αεράκι.
Ετυμολογία
< μσν. ἀ (γ)έρι(ν), υποκοριστικό του αρχ. ἀήρ.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «α(γ)έρι», σ. 35. https://navalhistory.gr/lexiko/αγερι/