αβγοτάραχο
το, ουσ.

- α) το συνηθισμένο όνομα για τα αβγά* των ψαριών, β) ταριχευμένη δίδυμη ωοθήκη ψαριού διατηρημένη σε κέρινο περίβλημα
- (φρ.) α) «είμαστε αβγοτάραχο», δηλ. είμαστε στενά συνδεδεμένοι, κολλητοί, β) «αβγοτάραχο επεξεργασμένο / νωπό / ρέγκας / σολομού / τόνου / μπακαλιάρου / κεφάλου / Μεσολογγίου».
Ετυμολογία
< μσν. ἀβγοτάριχος < ἀβγό + [αρχ.] τάριχον [= διατηρημένο σώμα].
Σημείωμα
Υπάρχουν τριών ειδών αβγά ψαριών. Τα προσκολλητικά ή κολλώδη που σε ομάδες προσκολλώνται σε πέτρες, μύδια ή υδρόβια φυτά, τα μη κολλώδη που αποτίθενται στο βυθό και τέλος τα πελαγικά που στο σύνολό τους ονομάζονται ιχθυοπλαγκτόν.
Το αβγοτάραχο, Προϊόν Προστατευόμενης Ονομασίας Προέλευσης (ΠΟΠ) με διεθνή αναγνώριση, «φιλοξενείται» στις ωοθήκες του θηλυκού ψαριού κέφαλος, της μπάφας, που αφθονεί στα υδάτινα λιβάδια της λιμνοθάλασσας [του Μεσολογγίου]. Η εκλεκτή κεχριμπαρένια λιχουδιά με τη ξεχωριστή νοστιμιά και το φίνο άρωμα συγκαταλέγεται στις γκουρμέ γεύσεις και ανάμεσα στις πρώτες επιλογές της απαιτητικής γαστρονομίας. Θεωρείται πηγή σημαντικής ενέργειας και υψηλής διατροφικής αξίας, καθότι περιέχει σημαντική ποσότητα βιταμινών και ω-3 πολυακόρεστων λιπαρών.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αβγοτάραχο», σ. 31. https://navalhistory.gr/lexiko/αβγοταραχο/