παλαμίδα
Και: παλαμύδα
η, ουσ.

(ιχθυολ.) πελαγικό είδος ψαριού το οποίο ανήκει στην οικογένεια των Σκομβρίδων, η επιστ. του ονομ.: Sarda sarda [διώνυμο], έχει υδροδυναμικό και ατρακτοειδές σώμα, είναι συνήθως σκουρόχρωμο, το μήκος του σώματός του φτάνει περίπου τα 90 εκ. [συνήθως γύρω στα 50 εκ.] και το μέγιστο βάρος του τα 11 κιλά, τρέφεται με σαρδέλες, αντζούγιες κι άλλα πελαγικά ψάρια, με καλαμάρια και γαρίδες, αλιεύεται στη Μεσόγειο και τον Ατλαντικό.
Ετυμολογία
< μσν. παλαμίδα < μτγν. παλαμίς, αιτ. -ίδα < αρχ. πηλαμύς [= μικρός τόνος] ή < πηλός + ἀμίς, γεν. -ίδος, ἡ [= είδος λιμναίας χελώνας αλλά και ουροδοχείο]. «Αἱ πηλαμύδες καὶ οἱ θύννοι τίκτουσιν ἐν τῷ Πόντῳ, ἄλλοθι δ’ οὔ», [μτφρ.] οι παλαμίδες και οι τόνοι γεννούν στον Πόντο και πουθενά αλλού, Αριστοτέλης.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «παλαμίδα και παλαμύδα», σ. 624. https://navalhistory.gr/lexiko/παλαμιδα-και-παλαμυδα/