navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › συάκι

συάκι

το, ουσ. [χωρίς γεν. ενικού και πληθ.]

(ιχθυολ.) είδος ψαριού που μοιάζει με τη γλώσσα, το καλκάνι.

Ετυμολογία

< μσν. συάκι(ον) < αρχ. σῦαξ.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «συάκι», σ. 796. https://navalhistory.gr/lexiko/συακι/