γκρίφι
το, ουσ.
- (ιδιωματικό) α) αιχμηρή προεξοχή βράχου ή μυτερός και απόκρημνος βράχος, ή β) [πληθ.] για τους ψαράδες μας, βραχώδεις προεξοχές σε βυθό στις οποίες σκαλώνουν και καταστρέφονται τα αλιευτικά εργαλεία
- (ιδιωματικό) γάντζος, τσιγκέλι, αρπάγη.
Ετυμολογία
< μσν. ἀγγρίφιον [χωρίς γεν.].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «γκρίφι», σ. 186. https://navalhistory.gr/lexiko/γκριφι/