βύθος
το, ουσ.
- (λαϊκότροπο) (παρωχημένο) άλλη μορφή του βυθός
- (ιατρ.) παρατεταμένος ύπνος που οφείλεται σε παθολογικά αίτια, α) λήθαργος, νάρκη, β) κώμα.
Ετυμολογία
< μσν. βύθος < βυθ(ίζω) + -ος. Ο βράχος και το κύμα Όταν ερχόμουνα σιγά, δειλό, παραδαρμένο και σώγλυφα και σώπλενα τα πόδια δουλωμένο, περήφανα μ’εκοίταζες και φώναζες του κόσμου να ειδεί την καταφρόνεση, που πάθαινε ο αφρός μου. Κι αντίς εγώ κρυφά κρυφά, εκεί που σ’εφιλούσα μέρα και νύχτα σ’ έσκαφτα, τη σάρκα σου εδαγκούσα / και την πληγή που σ’ άνοιγα, το λάκκο πούθε κάμω / με φύκη τον επλάκωνα, τον έκρυβα στον άμμο. / Σκύψε να ειδείς τη ρίζα σου στης θάλασσας τα βύθη, / τα θέμελά σου τα `φαγα, σ’έκαμα κουφολίθι. / Μέριασε, βράχε, να διαβώ! Του δούλου το ποδάρι / θα σε πατήσει στο λαιμό... Εξύπνησα λιοντάρι"... Αριστοτέλης Βαλαωρίτης
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βύθος», σ. 169. https://navalhistory.gr/lexiko/βυθοσ/