εκβαθύνω
ρ. [μετβ.]
εργάζομαι στο να γίνει κάτι βαθύτερο από όσο είναι, μεγαλώνω το βάθος του, βυθοκορώ.
Ετυμολογία
< μσν. εκβαθύνω < εκ- + βαθύνω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εκβαθύνω», σσ. 249-250. https://navalhistory.gr/lexiko/εκβαθυνω/