όστρια
η, ουσ. [χωρίς πληθ.]
(μετεωρ.) ο νότιος άνεμος, ο νοτιάς, ο μεσογειακός άνεμος που πνέει από την βόρεια Αφρική με κατεύθυνση την Ευρώπη, άνεμος ήπιος, θερμός και υγρός.
Ετυμολογία
< μσν. ὄστρια < ιταλ. ostro ή ostra [= νότος, νοτιάς] < λατιν. auster [= νότιος, θύελλα, καταιγίδα] + [καταλ.] -ια.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «όστρια», σ. 615. https://navalhistory.gr/lexiko/οστρια/