navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αχηβάδα και αχιβάδα

αχηβάδα

Και: αχιβάδα

η, ουσ.

αχηβάδα και αχιβάδα, εικόνα από το έντυπο
  1. (ζωολ.) α) το οστρακοφόρο θαλασσινό μαλάκιο αφροδίτη, ζει στην άμμο ή τη λάσπη, β) (συνεκδ.) η μαλακή εδώδιμη σάρκα του
  2. διακοσμητικό αντικείμενο που μοιάζει με αχηβάδα.
  3. (αρχιτ.) στη δυτική κυρίως αρχιτεκτονική, κόγχη στην οποία τοποθετούνται αγάλματα ή διακοσμητικές παραστάσεις.

Ετυμολογία

< α- [πρόθεμα] + χηβάδα < μσν. χημάδα < αρχ. *1χήμη / χάσμη < χαίνω μτγν. τ. του χάσκω [= ανοίγω, στέκομαι με το στόμα ανοιχτό, χασμουριέμαι, αρθρώνω] ή στο λεξικό Σούδα ή Σουίδα: *1χήμη [= εἶδος ὀστρέου, τὸ κοινῶς χηβάδιον].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αχηβάδα και αχιβάδα», σ. 139. https://navalhistory.gr/lexiko/αχηβαδα-και-αχιβαδα/