αχηβάδα
Και: αχιβάδα
η, ουσ.

- (ζωολ.) α) το οστρακοφόρο θαλασσινό μαλάκιο αφροδίτη, ζει στην άμμο ή τη λάσπη, β) (συνεκδ.) η μαλακή εδώδιμη σάρκα του
- διακοσμητικό αντικείμενο που μοιάζει με αχηβάδα.
- (αρχιτ.) στη δυτική κυρίως αρχιτεκτονική, κόγχη στην οποία τοποθετούνται αγάλματα ή διακοσμητικές παραστάσεις.
Ετυμολογία
< α- [πρόθεμα] + χηβάδα < μσν. χημάδα < αρχ. *1χήμη / χάσμη < χαίνω μτγν. τ. του χάσκω [= ανοίγω, στέκομαι με το στόμα ανοιχτό, χασμουριέμαι, αρθρώνω] ή στο λεξικό Σούδα ή Σουίδα: *1χήμη [= εἶδος ὀστρέου, τὸ κοινῶς χηβάδιον].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αχηβάδα και αχιβάδα», σ. 139. https://navalhistory.gr/lexiko/αχηβαδα-και-αχιβαδα/