σκεβρώνω
ρ.
- [μετβ.] κάνω κάποιο στερεό σώμα, συνήθως ξύλινο, να κυρτώσει, να λυγίσει, ασκώντας πίεση επάνω του και με επίδραση των περιβαλλοντικών συνθηκών, υγρασίας ή ξηρασίας, συνών. στρεβλώνω, ζαβώνω, αντών. ισιώνω, ευθυγραμμίζω
- [αμετβ.] α) γίνομαι στραβός, β) γίνομαι καμπούρης.
Ετυμολογία
< μσν. σκεβρώνω < σκεβρ(ός) -ώνω.
Συνώνυμα στο λεξικό
Αντώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σκεβρώνω», σ. 766. https://navalhistory.gr/lexiko/σκεβρωνω/