navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › σκεβρώνω

σκεβρώνω

ρ.

  1. [μετβ.] κάνω κάποιο στερεό σώμα, συνήθως ξύλινο, να κυρτώσει, να λυγίσει, ασκώντας πίεση επάνω του και με επίδραση των περιβαλλοντικών συνθηκών, υγρασίας ή ξηρασίας, συνών. στρεβλώνω, ζαβώνω, αντών. ισιώνω, ευθυγραμμίζω
  2. [αμετβ.] α) γίνομαι στραβός, β) γίνομαι καμπούρης.

Ετυμολογία

< μσν. σκεβρώνω < σκεβρ(ός) -ώνω.

Συνώνυμα στο λεξικό

Αντώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σκεβρώνω», σ. 766. https://navalhistory.gr/lexiko/σκεβρωνω/