αλυκή
η, ουσ.
(γεωγρ.) παραθαλάσσια επίπεδη έκταση, φυσική ή διαμορφούμενη, η οποία δέχεται ποσότητες θαλασσινού νερού και με τη βοήθεια της ηλιακής ακτινοβολίας προσφέρει αλάτι για εμπορική εκμετάλλευση, αλατουργείο, αλατοπηγείο.
Ετυμολογία
< μσν. αλυκή < αρχ. επίθ. ἁλυκός [= αλμυρός] < ἃλς [= αλάτι].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αλυκή», σσ. 68-69. https://navalhistory.gr/lexiko/αλυκη/