ζύγωμα
το, ουσ.
- (αρχιτ.) στοιχείο κατασκευής τύπου γέφυρας σε ορισμένο ύψος από τη γη για τη διάβαση μεταφορικών μέσων ή πεζών, για το πέρασμα τεχνικών εγκαταστάσεων, όπως, καλώδια, σωληνώσεις κ.λπ. για σύνδεση θαλάσσιων εξεδρών με την ακτή, για στήριξη αγωγών πετρελαίου ή νερού, και πολλών άλλων χρήσεων
- (μηχανολ.) τμήμα παλινδρομικών μηχανών, (φρ.) «ζύγωμα βάκτρου εμβόλου κυλίνδρου υψηλής πιέσεως», «έδρανα / κεφαλή / πέδιλο / στρόφαλος / τόξο ζυγώματος», «ζύγωμα στην μπάντα», δηλ. κοτσάρισμα, πλεύρισμα του σκάφους
- (λογοτ.) πλησίασμα.
Ετυμολογία
< μσν. ζύγωμα.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ζύγωμα», σ. 330. https://navalhistory.gr/lexiko/ζυγωμα/