navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αφαλός

αφαλός

ο, ουσ.

  1. (ανατ.) μικρό κοίλωμα του σώματος στο σημείο της κοιλιάς, όπου κατά τη διάρκεια της κυήσεως συνδέεται ο ομφάλιος λώρος με το έμβρυο
  2. (για τους αρχαίους) το κέντρο ενός τόπου ή το κέντρο της γης
  3. (εργαλ.) ο κύριος μηχανισμός της κλειδαριάς που δέχεται την είσοδο του κλειδιού και ανοιγοκλείνει τη γλώσσα και (γενικότ.) κάθε άξονας στον οποίο καταλήγουν και συνδέονται διάφορα μέρη του τροχού, (φρ.) «αφαλός ψαλιδιού / ρόδας / έλικα κ.λπ.».

Ετυμολογία

< μσν. αφαλός < αρχ. ὀμφαλός.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αφαλός», σ. 136. https://navalhistory.gr/lexiko/αφαλοσ/