navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › σκαθάρι

σκαθάρι

το, ουσ.

σκαθάρι, εικόνα από το έντυπο
  1. (εντομ.) μικρό έντομο που ανήκει στα κολεόπτερα.
  2. (ιχθυολ.) ερμαφρόδιτο είδος ψαριού, γνωστό ως ασκάθαρος, βαγιούνο ή βαζιούνο, η επιστ. του ονομ.: Spondyliosoma cantharus [διώνυμο], γεννιέται ως θηλυκό και στη συνέχεια γίνεται αρσενικό, έχει μικρό κεφάλι και στόμα, κυρτό μέτωπο, μεγάλα μάτια και αγκαθωτά πτερύγια, το μήκος του από 30 έως 50 εκ. ενώ το βάρος του μπορεί να φτάσει έως και τα 2 κιλά.

Ετυμολογία

< μσν. σκανθάριον, υποκ. του σκάνθαρος < αρχ. κάνθαρος.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σκαθάρι», σ. 762. https://navalhistory.gr/lexiko/σκαθαρι/