navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Μ › μούσκλι

μούσκλι

[συνήθως στον πληθ.] και μούσκλο, το, ουσ. [χωρίς πληθ.]

(φυτολ.) το βρύο, πόα, χωρίς άνθη και καρπούς, που καλύπτει βράχια, κορμούς δέντρων, κεραμιδοσκεπές κ.λπ. και ευδοκιμεί συνήθως σε υγρά περιβάλλοντα.

Ετυμολογία

< μσν. μούσκλιον < λατιν. muscus [= βρύο] ή λατιν. musculus [= ποντικάκι].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μούσκλι», σ. 537. https://navalhistory.gr/lexiko/μουσκλι/