αλάτι
το, ουσ.
- (χημ.) το χλωριούχο νάτριο ή αλίτης, βασικό συστατικό: α) της καθημερινής μας διατροφής, β) είδος ορυκτού
- ονομασία διαφόρων ουσιών που μοιάζουν με το αλάτι
- (μτφ.) απαραίτητο στοιχείο
- (φρ.) «φάγαμε μαζί ψωμί κι αλάτι», μας συνδέουν δεσμοί φιλίας από το παρελθόν, «τον έκαμε του αλατιού», τον έδειρε πολύ, «ότι είπαμε νερό κι αλάτι», να ξεχαστούν οι πικρές κουβέντες που ανταλλάξαμε όπως εύκολα διαλύεται το αλάτι στο νερό.
Ετυμολογία
< μσν. αλάτι, μτγν. ἁλάτιον, υποκ. του αρχ. ἅλας, γεν. ἅλατος < ἅλς, γεν. ἁλός [= 1. τεμάχιο αλατιού, 2. ἡ, θάλασσα].
Σύνθετα
αλατοβάρελο, αλατογόνος, αλατοθήκη, αλατόμετρο, αλατόνερο, αλατοπαραγωγή, αλατόπετρα, αλατοποίηση, αλατοποιός, αλατοπωλείο, αλατουργείο, αλατούχος, αλατοφόρος, αλατοχημεία.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αλάτι», σ. 62. https://navalhistory.gr/lexiko/αλατι/