navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ξ › ξάστερος

ξάστερος

-η, -ο, επίθ.

  1. αυτός που είναι καθαρός, κυρίως για τον ουρανό, κι επιτρέπει να φαίνονται καθαρά τα αστέρια συνών. έναστρος, ανέφελος, αίθριος, αστροφεγγής
  2. (μτφ.) αυτός που διακρίνεται για την ειλικρίνειά του, που χαρακτηρίζεται για τη διαύγειά του, την ευθύτητα και ψυχική καθαρότητα που τον διέπει, συνών. σταράτος.

Ετυμολογία

< μσν. ξάστερος < μτγν. ἐξάστερος

Επιρρήματα

ξάστερα [επίρρ.].

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ξάστερος», σ. 589. https://navalhistory.gr/lexiko/ξαστεροσ/