ερμάρι
Και: αρμάρι
το, ουσ.
- μικρό έπιπλο με πορτάκια που χρησιμοποιείται για την τοποθέτηση ρούχων, τροφίμων ή φακέλων και διαφόρων άλλων ειδών γραφείου, συνών. ντουλάπι, (λογοτ.) «Έμεινε χωρίς άρτον εις το ερμάρι και χωρίς φωτιάν εις την εστίαν, χωρίς φόρεμα, χωρίς στρωμνήν, χωρίς σκέπασμα, χωρίς χύτραν και χωρίς στάμναν και χωρίς ραπτικήν μηχανήν!», Αλεξ. Παπαδιαμάντης, από το διήγημα «Πατέρα στο σπίτι»,
- εργαλειοθήκη.
Ετυμολογία
< μσν. ἑρμάριον < ἁρμάριον < λατιν. armarium < arma [= όπλα, σκεύη].
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ερμάρι και αρμάρι», σ. 309. https://navalhistory.gr/lexiko/ερμαρι-και-αρμαρι/