τροφοδότης
ο, τροφοδότισσα, η, ουσ.
- αυτός που χορηγεί τροφή, που έχει επαγγελματικά αναλάβει την τροφοδοσία κάποιων
- αυτός που προμηθεύει με υλικά για τη λειτουργία ή τη συντήρηση ή την κίνηση ενός μηχανήματος, ο προμηθευτής.
Ετυμολογία
< μσν. τροφοδότης < τροφ(ή) -ο- + -δότης [= αυτός που παρέχει τροφή]·
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τροφοδότης», σ. 848. https://navalhistory.gr/lexiko/τροφοδοτησ/