navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Τ › τροφοδότης

τροφοδότης

ο, τροφοδότισσα, η, ουσ.

  1. αυτός που χορηγεί τροφή, που έχει επαγγελματικά αναλάβει την τροφοδοσία κάποιων
  2. αυτός που προμηθεύει με υλικά για τη λειτουργία ή τη συντήρηση ή την κίνηση ενός μηχανήματος, ο προμηθευτής.

Ετυμολογία

< μσν. τροφοδότης < τροφ(ή) -ο- + -δότης [= αυτός που παρέχει τροφή]·

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τροφοδότης», σ. 848. https://navalhistory.gr/lexiko/τροφοδοτησ/