navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ν › νέφωμα

νέφωμα

το, ουσ.

(μετεωρ.) συννέφιασμα.

Ετυμολογία

< μσν. νέφωμα.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «νέφωμα», σ. 574. https://navalhistory.gr/lexiko/νεφωμα/