λογαριασμός
ο, ουσ.
- (μαθημ.) η εκτέλεση αριθμητικών πράξεων
- (ειδικότ.) συνήθ. πληθ.) καταγραφή εσόδων και εξόδων, οφειλών ή δανειακών υποχρεώσεων προς κάποιους
- λογιστική μερίδα που ανοίγεται για ορισμένο πρόσωπο, είδος ή σκοπό
- δοσοληψία οικονομικής ή ηθικής φύσεως
- ευθύνη, λογοδοσία
- (παροιμ.) «οι καλοί λογαριασμοί κάνουν τους καλούς φίλους», η αμοιβαία συνέπεια στις οικονομικές συναλλαγές συντελούν στις άριστες σχέσεις.
Ετυμολογία
< μσν. λογαριασμός [= υπολογισμός].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λογαριασμός», σ. 487. https://navalhistory.gr/lexiko/λογαριασμοσ/