αλφάδι
το, ουσ.

(εργαλ.) όργανο με το οποίο ελέγχουν την κάθετη ή την οριζόντια θέση μιας επιφάνειας, συνών. αεροστάθμη.
Ετυμολογία
< μσν. αλφάδιον < αρχ. ἄλφα + [υποκ.] κατάλ. -άδιον.
Παράγωγα
αλφαδιά, αλφαδιάζω, αλφάδιασμα, αλφαδιαστής.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αλφάδι», σ. 69. https://navalhistory.gr/lexiko/αλφαδι/