σκαλωσιά
η, ουσ.
προσωρινό τεχνούργημα από οριζόντια και κάθετα στηρίγματα, ξύλινα ή μεταλλικά, σε οικοδομικές ή βιομηχανικές ή ναυπηγικές κ.λπ. κατασκευές, συνών. ικρίωμα, ικρίο.
Ετυμολογία
< μσν. σκαλωσία < σκαλωσ- [σκαλώνω] -ία > -ιά.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σκαλωσιά», σ. 763. https://navalhistory.gr/lexiko/σκαλωσια/