αυλάκι
το, ουσ.
- μακρύ, στενό και ρηχό χαντάκι που γίνεται στο έδαφος για σπορά η για διέλευση τρεχούμενου νερού
- κάθε σχίσιμο επιφανείας σε ξύλο, μέταλλο, πέτρα ή οπουδήποτε αλλού
- α) η γραμμή που σχηματίζεται στην επιφάνεια της θάλασσας πίσω από κινούμενο πλοίο, τα νερά ή τα απόνερα του πλοίου, β) [σπανιότερα] μικρός όρμος, 5. (έκφρ.) «κάτω απ’ τα’ αυλάκι», δηλ. στην περιοχή της Πελοποννήσου, μετά τον Ισθμό της Κορίνθου.
Ετυμολογία
< μσν. αυλάκι(ν).
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αυλάκι», σ. 134. https://navalhistory.gr/lexiko/αυλακι/