αλέθω
ρ. [μετβ.]
1. μεταβάλλω τα σιτηρά σε σκόνη, αλευροποιώ, 2.( μτφ.) μασώ, χωνεύω καλά, 3. (φρ.) «μπάτε, σκύλοι, αλέστε και αλεστικά μη δώσετε» για καταστάσεις όπου ο καθένας ενδιαφέρεται μόνο για το άτομό του αδιαφορώντας για το κοινό καλό.
Ετυμολογία
< μσν. αλέθω < ἤλεσα, αόρ. του μτγν. ἀλήθω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αλέθω», σ. 63. https://navalhistory.gr/lexiko/αλεθω/