ανεβάζω
ρ. [μετβ.]
- μετακινώ κάτι από κάτω προς τα πάνω, αντων. κατεβάζω
- (μτφ.) μεγιστοποιώ τις τιμές
- (μτφ.) παινεύω κάποιον, εξυμνώ, εξυψώνω
- [αμετβ.] λαχανιάζω.
Ετυμολογία
< μσν. ανεβάζω < μτγν. ἀναβάζω < αρχ. ἀναβιβάζω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ανεβάζω», σ. 87. https://navalhistory.gr/lexiko/ανεβαζω/