navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › ανεβάζω

ανεβάζω

ρ. [μετβ.]

  1. μετακινώ κάτι από κάτω προς τα πάνω, αντων. κατεβάζω
  2. (μτφ.) μεγιστοποιώ τις τιμές
  3. (μτφ.) παινεύω κάποιον, εξυμνώ, εξυψώνω
  4. [αμετβ.] λαχανιάζω.

Ετυμολογία

< μσν. ανεβάζω < μτγν. ἀναβάζω < αρχ. ἀναβιβάζω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ανεβάζω», σ. 87. https://navalhistory.gr/lexiko/ανεβαζω/